|
Word |
Definition
|
| (ο - η) ευμπριζος(η)
|
Το άτομο που μπριζώνεται εύκολα.(Zavalos
) |
| Γ.Α.Μ.Α.Τ.Α.
|
Γρήγορες Αντιδράσεις Μεγάλα Ανοίγματα Τρομερές Αντοχές (απευθύνεται σε ευέλικτους μπήχτες Μπάκουρους με γνώσεις πολεμικών τεχνών) από τον overclocker(admin
) |
| Γ.Α.Μ.Α.Ω.
|
Γυμνασμένοι, Απεγνωσμένα Μουσκουλάτοι, Αρρενωποί, Ωραιοπαθείς.[από τον mad_scientist](m@v
) |
| Επιστήμονας
|
Συνώνυμο του Καλλιτέχνης
Μια ευγενική προσφορά από τη Μουλού (Vampo
) |
| γκομενα μουλινεξ
|
αυτη που μας ανακατευει τα συναισθηματα, χτυπαει τα μυαλα μας, ψιλοκοβει την καρδια μας, στιβει την αξιοπρεπεια μας και καθαριζει την ηρεμια μας
Tzanmpetis(Vampo
) |
| Ζουπου ζουπου
|
Το σπέσιαλ εφέ αλλά λάζερ στο πόλεμο των άστρων... πχ: ζουπου ζουπου, μπουμ.(m@v
) |
| Γκάου
|
Ο βλάκας(m@v
) |
| Γούτσου γούτσου
|
Χαμούρεμα βαριάς μορφής - ελαφρές τακτικές σεξ(m@v
) |
| Κ.Δ.Ο.Α.
|
Κτηνώδης Δύναμη Ογκώδης Άγνοια (απευθύνεται σε πορτιέριδες, μπράβους, κ.λ.π.) από τον overclocker(admin
) |
| Καλλιτέχνης
|
Υποκατάστατο του μαλάκας με την καλή έννοια. Χρησιμοποιείται όταν βρισκόμαστε σε κόσμο (πχ τι έγινε ρε καλλιτέχνη;)(Vampo
) |
| Καντηλομαγνήτης (ό)
|
Βλέπε Λουκουμάς, αυτό το παιδί έχει μια τάση να τα μαζεύει όλα πάνω του και να σου ανεβάζει την πίεση...(Vampo
) |
| ιντερνετοτζιτζιφιόγκος (ο)
|
Άτομο που γνωρίζει κάποια μέσα από το μπάκουρος/icq/mirc και ενώ δεν την έχει γνωρίσει καν από κοντά την αγαπάει και θέλει να την παντρευτει.(admin
) |
| Λούφης
|
Ο μαλάκας με πατέντα. Ο αρχικερατάς. Έτσι με λέει η πρωην όποτε θέλει λεφτά.(m@v
) |
| evrismos
|
Ψυχολογικό πρόβλημα στους άντρες που έχει να κάνει με ότι τον έδειρε μια, τον κοροίδεψε, τον τσίμπησε και του έκανε μια μελανιά, του πήρε τα λεφτά, τον ξέχεσαν στην κοροΐδία με τις φίλες της κλπ κλπ. (m@v
) |
| Μ.Ι.Ε.Μ.Α.Ι.
|
Μαλακισμένη, Ιδιαίτερα Επικίνδυνη, Μητρομανής, Ανεγκέφαλη, Ιδιοτελής[από τον mad_scientist](m@v
) |
| Jet
|
Μονάδα μέτρησης ποιότητας ή ικανοποίησης.(loukoumas
) |
| Σαμάνθα
|
Η τέλεια γυναίκα, Είδος σπάνιο, τείνει προς εξαφάνιση.(Zavalos
) |
| Τσακ μπαμ
|
Μονάδα μέτρησης χρόνου. Γνωστό και ως ντε τε ή και πατ κιουτ.(m@v
) |